επιβατηγός

-ό (AM ἐπιβατηγός, -όν)
αυτός που μεταφέρει επιβάτες
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπιβατηγό
μεταφορικό μέσο για διακίνηση επιβατών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βατ-ός (< βαίνω) + -ηγός (< άγω, πρβλ. κυν-ηγός, φορτ-ηγός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κοσμαγωγός — κοσμαγωγός, όν (Μ) 1. (για πλοίο) αυτός που μεταφέρει κόσμο, επιβατηγός 2. αυτός που οδηγεί τον κόσμο, ο κοσμαγός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοσμ(ο)* + ἀγωγός (< ἄγω), πρβλ. οχλ αγωγός, υδρ αγωγός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.